Σακχαρώδης Διαβήτης
Θεραπευτική Γυμναστική

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 & Άσκηση

Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί μια συχνή χρόνια πάθηση, που εκδηλώνεται τόσο σε νέα στην ηλικία άτομα (κατά κανόνα σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 ή νεανικός σακχαρώδης διαβήτης), όσο, συχνότερα, σε ενήλικες (σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 ή διαβήτης των ενηλίκων).Επίσης περιγράφεται ο διαβήτης της κυήσεως, ο δευτεροπαθής σακχαρώδης διαβήτης που εκδηλώνεται ως επιπλοκή άλλων νοσημάτων ή παρενεργειών από φάρμακα κ.α. Η πάθηση αυτή οφείλεται σε ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης από τα κύτταρα του παγκρέατος,καθώς και στην αυξημένη αντίσταση των κυττάρων στη δράση της ινσουλίνης. Το κύριο χαρακτηριστικό είναι η εμφάνιση υπεργλυκαιμίας (αυξημένης τιμής σακχάρου στο αίμα), προκαλεί διαταραχή στο μεταβολισμό των υδατανθράκων, πρωτεϊνών, λιπών, νερού και ηλεκτρολυτών και οφείλεται κατά κανόνα σε ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης, από τα κύτταρα του παγκρέατος.

Σύμφωνα με τις οδηγίες της Αμερικάνικης Διαβητολογικής Εταιρείας,η διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη τίθεται με βάση την παρουσία ενός από τα παρακάτω κριτήρια :

  1. τιμή γλυκοζιωμένης αιμοσφαιρίνης ≥ 6.5%
  2. γλυκόζη πλάσματος (νηστείας) ≥126 mg/dl (7.0 mmol/l),
  3. 2-h γλυκόζη πλάσματος ≥200 mg/dl (11.1 mmol/l) σε μια δοκιμασία ανοχής γλυκόζης μετά τη λήψη 75 g γλυκόζης, ή/και παρουσία των κλασσικών συμπτωμάτων της υπεργλυκαιμίας (όπως, πολυουρία, πολυδυψία, ανεξήγητη απώλεια βάρους) ή εκδήλωση υπεργλυκαιμικής κρίσης (αύξηση της γλυκόζης πλάσματος ≥ 200 mg/dl ή 11.1 mmol/l).

Ένα άτομο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προδιαβητικό εάν η τιμή της γλυκοζιωμένης αιμοσφαιρίνης είναι 5.7–6.4%, η γλυκόζη πλάσματος (νηστείας) 100–125 mg/dl (5.6–6.9 mmol/l) ή η 2-h γλυκόζη πλάσματος, σε μια δοκιμασία ανοχής γλυκόζης 140–199 mg/dl (7.8–11.0 mmol/l).

Παρόλο που τα ακριβή αίτια της νόσου δεν είναι απόλυτα διευκρινισμένα, ωστόσο σημαντικά προδιαθετικά αίτια είναι η κληρονομικότητα, η παχυσαρκία, η ηλικία και το φύλο,η κακή διατροφή,η υποκινητικότητα, λοιμώξεις από ιούς (συνήθως Coxsackie B) , αυτοανοσοποιητικές διαταραχές, το άγχος, ενδοκρινικά νοσήματα κ.ά. Η νόσος προσβάλλει κυρίως τα αγγεία και τα νεύρα του σώματος. Στα αγγεία προκαλεί συνήθως βλάβη της βασικής μεμβράνης τους (τριχοειδή) ή αλλοιώσεις του εσωτερικού χιτώνα τους (αρτηρίες) που οδηγούν στην εμφάνιση αθηροσκλήρωσης.

Για το λόγο αυτό οι σακχαροδιαβητικοί ασθενείς εμφανίζουν πολύ συχνά ισχαιμική καρδιοπάθεια,αρτηριακή υπέρταση, αποφρακτικές βλάβες στις αρτηρίες κυρίως των κάτω άκρων, βλάβες στα περιφερικά νεύρα, στα αγγεία των οφθαλμών (αμφιβληστροειδοπάθεια), σπειραματοπάθεια από τους νεφρούς (που εκδηλώνεται με μικρολευκωματουρία ,λευκωματουρία και καταλήγει σε χρόνια νεφρική ανεπάρκεια), δερματικές βλάβες κ.λ.π.

Ο στόχος στη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είναι η επίτευξη και διατήρηση σχεδόν φυσιολογικών επιπέδων γλυκόζης και άριστου επιπέδου λιπιδίων, με στόχο την πρόληψη ή καθυστέρηση των μικροαγγειακών, μακροαγγειακών και νευρολογικών επιπλοκών.

Η αντιμετώπιση της νόσου γίνεται με ειδκά προγράμματα δίαιτας (ελαττωμένη πρόσληψη υδατανθράκων), χορήγηση φαρμάκων, όπως η ινσουλίνη, αντιδιαβητικά φάρμακα από το στόμα, καθώς και εφαρμογή προγραμμάτων συστηματικής φυσικής δραστηριότητας.

Επίσης η τοποθέτηση αντλιών συνεχούς έκχυσης ινσουλίνης και η μεταμόσχευση παγκρέατος εφαρμόζονται σε ασθενείς συνήθως με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

Αποτελέσματα της άσκησης

Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία έχει παρατηρηθεί ότι η συστηματική άσκηση βελτιώνει το γλυκαιμικό έλεγχο και το λιπιδαιμικό προφίλ, καθώς και την καρδιοαναπνευστική επάρκεια, την καρδιακή λειτουργία και την λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος των ασθενών για αυτό και επιβάλλεται ως βασικό μέτρο του συνολικού θεραπευτικού σχεδιασμού. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι η συστηματική φυσική δραστηριότητα:

  1. Μειώνει τα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας και της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Όσον αφορά το λιπιδαιμικό προφίλ των ασθενών, προκαλεί μείωση της LDL και αύξηση των επιπέδων της HDL.
  2. Βελτιώνει την αερόβια ικανότητα και την ικανότητα εκτέλεσης σωματικού έργου.
  3. Βελτιώνει τη λειτουργία της αριστερής κοιλίας, αυξάνοντας τον όγκο παλμού, την καρδιακή παροχή, το κλάσμα εξώθησης και τη διαστολική λειτουργία.
  4. Βελτιώνει την μεταβλητότητα της καρδιακής συχνότητας, τόσο στο πεδίο του χρόνου όσο και στο πεδίο των συχνοτήτων. Η βελτίωση των δεικτών αυτών, ήταν πιο εμφανής στην ομάδα των διαβητικών ασθενών με ΚΑΝ.
  5. Οδηγεί σε όλα τα άλλα γνωστά οφέλιμα αποτελέσματα της άσκησης.

Οι μηχανισμοί που συμβάλλουν στην βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου εξαιτίας της συστηματικής άσκησης, είναι η αύξηση της δράσης της ινσουλίνης στους περιφερειακούς ιστούς, ο αυξημένος ρυθμός κάθαρσης της γλυκόζης από το ήπαρ, ο μειωμένος ρυθμός παραγωγής γλυκόζης από το ήπαρ και η αύξηση της χρησιμοποίησης γλυκόζης από τους εργατικούς μύες. Υποστηρίζεται ότι η ισχυρότερη ευνοϊκή επίδραση της άσκησης είναι η ενίσχυση που προκαλεί στη δράση της ινσουλίνης στους περιφερικούς ιστούς, η οποία αποδίδεται τόσο στην αυξημένη ροή του αίματος στους σκελετικούς μύες, όσο και στη μείωση της αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης. Έχει διαπιστωθεί ότι η αυξημένη δράση της ινσουλίνης στους μυς σχετίζεται με αύξηση των υποδοχέων GLUT-4 ,καθώς και ενζύμων, τα οποία ρυθμίζουν την αποθήκευση και καύση της γλυκόζης μέσα στους μυς. Επίσης οι μεταβολές που προκαλεί η άσκηση στην μορφολογία των μυών, μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας αυξημένης ευαισθητοποίησης των μυών στην ινσουλίνη. Ως γνωστόν, η συστηματική αερόβια άσκηση προκαλεί αύξηση της πυκνότητας των τριχοειδών αγγείων των μυών και μετατροπή των μυϊκών ινών τύπου IIb σε IIa, οι οποίες έχουν αυξημένες ποσότητες μεταφορέων γλυκόζης και αντιδρούν καλύτερα στην ινσουλίνη .

Μολονότι η αντίσταση της ινσουλίνης στους περιφερικούς ιστούς είναι η κύρια ανωμαλία που παρουσιάζουν οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, μια δευτερεύουσα διαταραχή είναι η αυξημένη παραγωγή και μειωμένη κάθαρση της ηπατικής γλυκόζης. Σε υγιή άτομα έχει βρεθεί ότι η συστηματική άσκηση μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένο ρυθμό παραγωγής ηπατικής γλυκόζης κατά την διάρκεια της άσκησης, εξαιτίας τόσο της μειωμένης γλυκογονόλυσης όσο και γλυκονεογένεσης, χωρίς όμως να αλλάζει την κινητική της γλυκόζης στην ηρεμία. Αντιθέτως έχει διαπιστωθεί ότι τόσο σε παχύσαρκα όσο και σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 η συστηματική άσκηση προκαλεί αυξημένο ρυθμό κάθαρσης της γλυκόζης από το ήπαρ. Επομένως η συστηματική άσκηση μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση του μεταβολικού ελέγχου των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, τόσο με την αύξηση της ευαισθησίας της ινσουλίνης στους περιφερειακούς ιστούς όσο και με την βελτίωση της παραγωγής της γλυκόζης στο ήπαρ.

Η άσκηση οδηγεί σε σημαντική βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ όπως φαίνεται από τη μείωση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων, της ολικής χοληστερόλης και αύξηση των επιπέδων της HDL. Υποστηρίζεται ότι η συστηματική άσκηση προκαλεί βελτίωση του μεταβολικού ελέγχου, σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες, όπως σε νεαρούς και άτομα ηλικίας 40-54 ετών.

Οι παράγοντες που συμβάλλουν στην βελτίωση της φυσικής επάρκειας των ασθενών με την άσκηση είναι οι ευεργετικές καρδιαγγειακές (κεντρικές) προσαρμογές, όπως η μείωση της καρδιακής συχνότητας ηρεμίας, η αύξηση του όγκου παλμού και της καρδιακής παροχής,ι η βελτίωση της διαστολικής δυσλειτουργίας, καθώς και η βελτίωση της δράσης του αυτονόμου νευρικού συστήματος στην καρδιά. Επίσης σε μεγάλο βαθμό συμβάλουν οι οφέλιμες προσαρμογές στους σκελετικούς μύες (περιφερικές ), που οδηγούν σε αύξηση της αρτηριοφλεβικής διαφοράς οξυγόνου, της μυϊκής δύναμης και αντοχής.

Οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η άσκηση βελτιώνει τη δράση του καρδιακού αυτόνομου νευρικού συστήματος, ιδιαίτερα σε ασθενείς με δυσλειτουργία του, δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένοι.. Ενδεχομένως να είναι αποτέλεσμα των μορφολογικών προσαρμογών στην καρδιά από τη μακροχρόνια άσκηση, είτε π.χ. της καρδιακής υπερτροφίας, είτε επίδρασης στη λειτουργία των βηματοδοτικών κυττάρων του μυοκαρδίου .Επιπρόσθετα, οι αλλαγές που προκαλεί η συστηματική άσκηση στις συγκεντρώσεις των κατεχολαμινών, φαίνεται ότι συμβάλλουν στη βελτίωση της λειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Επίσης, κεντρομόλα ερεθίσματα από χημειοϋποδοχείς μέσα στους μυς φαίνεται ότι ελέγχουν την συμπαθητική και παρασυμπαθητική ροή ερεθισμάτων προς την καρδιά, γεγονός που δηλώνει τη διασύνδεση της βελτίωσης της λειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος με τη βελτίωση της μυϊκής λειτουργίας.

Οδηγίες για την ασφαλή άσκηση ενός ατόμου με σακχαρώδη διαβήτη

  1. Προσεκτικός έλεγχος του ασθενούς για την πιθανή παρουσιά συνοδών παθήσεων (καρδιαγγειακές παθήσεις, αμφιβληστροειδοπάθεια,διαβητική νεφροπάθεια κλπ.)
  2. Προοδευτική αύξηση της έντασης και της διάρκειας της άσκησης
  3. Εκμάθηση προσιτών μεθόδων αυτο-ελέγχου των επιπέδων σακχάρου στο αίμα
  4. Αποφυγή άσκησης τις ώρες που η δράση της ινσουλίνης που χορηγείται βρίσκεται στο μέγιστό της
  5. Λήψη ενός ελαφρού γεύματος 20-30 min πριν από την άσκηση
  6. Αποφυγή ενέσεων ινσουλίνης στα άκρα που γυμνάζονται περισσότερο κατά την άσκηση, γιατί λόγω αυξηένης αιμάτωσής τους επιταχύνουν την απορρόφησή της
  7. Ενημέρωση για τους τρόπους αντιμετώπισης της υπογλυκαιμίας κατά την άσκηση, που ορισμένες φορές μπορεί να εκδηλωθεί καθυστερημένα

Οδηγίες γύμνασης στον σακχαρώδη διαβήτη

O ασθενής με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει, εφόσον δεν υπάρχουν αντενδείξεις και ληφθούν υπόψη ορισμένες οδηγίες ασφάλειας, να αναπτύσσει καθημερινή ή τουλάχιστον 4-5 ημέρες την εβδομάδα 30 min τουλάχιστον φυσική δραστηριότητα, που μπορεί να είναι αθροιστική (π.χ. 3 10λεπτα άσκησης).Οι πλέον απλές μορφές είναι το γρήγορο βάδισμα,η ποδηλασία και η κολύμβηση. Βέβαια , η οργανωμένη γύμναση σε γυμναστήριο με προγράμματα αερόβιων ασκήσεων, ασκήσεων με αντιστάσεις (3-4 φορές την εβδομάδα), που ευνοούν τη μεγαλύτερη χρήση της γλυκόζης από τους μύες και αποτρέπουν την ατροφία τους,και ασκήσεων ευλυγισίας προσφέρουν τα καλύτερα αποτελέσματα.

Η ποικιλία των προγραμμάτων,συμπεριλαμβανομένων και μοντέρνων προγραμμάτων γύμνασης, μπορεί να λειτουργήσεί ως πόλος έλξης των διαβητικών ασθενών και πιθανώς να μειώσει τα ποσοστά αποχώρησης των από τα προγράμματα θεραπευτικής άσκησης. Συμπεραίνεται λοιπόν, ότι τα προγράμματα συστηματικής φυσικής δραστηριότητας θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται απαραίτητα στη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.